ἀνάγυρος

ἀνάγυρος
Grammatical information: m.
Meaning: `stinking bean-trefoil, Anagyris foetida' (Ar.)
Other forms: -ις m., also ὀνόγυρος (Nic.), folk etymology after ὄνος?, Strömberg Pflanzennamen 155; improbable, as ἀνα- is very common in Greek); see below.
Derivatives: Derived the deme in Attica Άναγυροῦς.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown. The form with ὀνο- might point to a substr. word (where we often have α\/ο). - Amigues, RPh. 73, 1999, 147-154 starts from Lat. faba inversa and connects γυρός (CEG 6)
Page in Frisk: 1,101

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀνάγυρος — Anagyris foetida masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανάγυρος — (I) η, ο αυτός που κάνει γύρους, λοξός, ελικοειδής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα * + γύρος. ΠΑΡ. αναγυρίδα]. (II) ἀνάγυρος, ο (Α) η Ανάγυρις* …   Dictionary of Greek

  • ανάγυρος — ο το φυτό βρομοκλάδι ή βρομολυγαριά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀναγύρω — ἀνάγυρος Anagyris foetida masc nom/voc/acc dual ἀνάγυρος Anagyris foetida masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγύρου — ἀνάγυρος Anagyris foetida masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγύρῳ — ἀνάγυρος Anagyris foetida masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνάγυρον — ἀνάγυρος Anagyris foetida masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • АТТИКА —    • Attĭca,          ή Άττική (от ακτή, вместо ακτική), называлась раньше также Άκτή, «прибрежная страна», а у поэтов Μοψοπία, или Ίωνία, или Ποσειδωνια и была важнейшей из 8 областей, составлявших собственную (среднюю) Элладу. Она имела форму …   Реальный словарь классических древностей

  • ανάγυρα — επίρρ. 1. από την ανάποδη, ανάποδα, ανεστραμμένα 2. ανάσκελα, ύπτια 3. ολόγυρα, γύρω γύρω 4. μακριά, απόμερα. [ΕΤΥΜΟΛ. < *ανάγυρος < ανα * + γύρος] …   Dictionary of Greek

  • αναγυρίδα — η [ανάγυρος Ι] 1. περιστροφική κίνηση 2. ελικοειδής, περιφερικός δρόμος 3. περιφορά νεκρού ή εικόνων κατά τη λιτανεία 4. περίπατος, βόλτα 5. επιστροφή, επάνοδος …   Dictionary of Greek

  • βρομόξυλο — το 1. πολύ δυνατό ξύλο, βίαιος ξυλοδαρμός 2. ονομασία του φυτού ανάγυρος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.